by Omnipress

Αυξημένη επίπτωση σακχαρώδους διαβήτη σε οδοντογενείς λοιμώξεις και στοματική καντιντίαση

Ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) αφορά μία ομάδα σύνθετων μεταβολικών διαταραχών που προκύπτουν από μειωμένη έκκριση ινσουλίνης λόγω δυσλειτουργίας των β κυττάρων του παγκρέατος και/ή αντοχή στην ινσουλίνη στο ήπαρ και τους μύες. Ο διαβήτης προσβάλλει περισσότερο από το 9% του ενήλικου πληθυσμού και έχει δραματική επίδραση στο σύστημα Υγείας λόγω υψηλής νοσηρότητας και θνησιμότητας μεταξύ των προσβεβλημένων ατόμων.

Ο διαβήτης τύπου 1 προκύπτει από κυτταρικά μεσολαβούμενη αυτοάνοση καταστροφή των παγκρεατικών β κυττάρων, που οδηγεί συνήθως στη συνολική απώλεια της έκκρισης ινσουλίνης. Σε αντίθεση, ο διαβήτης τύπου 2 προκαλείται από αντοχή στην ινσουλίνη σε συνδυασμό με αποτυχία παραγωγής επαρκούς επιπρόσθετης ινσουλίνης για αντιστάθμιση της αντοχής. Ο διαβήτης τύπου 2 συνδέεται με την παχυσαρκία, που συμβάλλει στην αντοχή στην ινσουλίνη μέσω αύξησης των λιπαρών οξέων που κυκλοφορούν στο αίμα που προέρχονται από τα λιποκύτταρα.

Αυτά τα ελεύθερα λιπαρά οξέα αναστέλλουν την επαναπρόσληψη της γλυκόζης, τη σύνθεσή της και τη γλυκόλυση. Σε πολλούς παχύσαρκους ασθενείς, η αντοχή στην ινσουλίνη αντισταθμίζεται από την αυξημένη παραγωγή ινσουλίνης. Ωστόσο, στο ένα τρίτο των παχύσαρκων ανθρώπων, η μάζα των β κυττάρων μειώνεται σημαντικά από μία αξιοσημείωτη αύξηση της απόπτωσης των β κυττάρων, που έχει ως συνέπεια την ανεπαρκή παραγωγή ινσουλίνης.

Η επίπτωση του σακχαρώδους διαβήτη στις οδοντογενείς λοιμώξεις και τη στοματική καντιντίαση επηρεάζεται από λειτουργίες των ουδετερόφιλων, επιτρέποντας την εισβολή και τον πολλαπλασιασμό των μικροβίων. Κατά την περίοδο της λοίμωξης, το υψηλό επίπεδο σακχάρου στο αίμα συνήθως επιπλέκει και τις οδοντογενείς λοιμώξεις όσο και την καντιντίαση. Ο αριθμός των λευκοκυττάρων, το επίπεδο της C ενεργού πρωτεΐνης και ο ρυθμός καθίζησης των ερυθροκυττάρων εμφανίζουν αυξημένες τιμές σε ασθενείς με ΣΔ σε σχέση με ασθενείς που δεν εμφανίζουν ΣΔ. Τα πολυμορφοπύρηνα λευκοκύτταρα από τους διαβητικούς ασθενείς, ειδικά όσους εμφανίζουν καντιντίαση, δημιούργησαν λιγότερες ελεύθερες ρίζες οξυγόνου και εμφάνισαν μειωμένη φαγοκύτωση και ενδοκυτταρική εξάλειψη των κυττάρων Candida που σχετίζεται με τη μειωμένη παραγωγή οξυγόνου κατά τη διάρκεια της λοίμωξης. Αυτές οι κατεσταλμένες λειτουργίες των ουδετερόφιλων αυξάνονται μετά την θεραπεία αλλά δε φτάνουν στα επίπεδα ελέγχου.

Αυτές οι μελέτες υποδεικνύουν πως ο ΣΔ είναι προδιαθεσικός παράγοντας για οδοντογενείς λοιμώξεις και στοματική καντιντίαση, πως οι λοιμώξεις που επιπλέκονται με ΣΔ εξελίσσονται σε βαρύτερη μορφή λόγω της καταστολής των ουδετερόφιλων και πως η εξέταση των επιπέδων γλυκόζης του αίματος θα πρέπει να θεωρείται σημαντική για ασθενείς με στοματικές λοιμώξεις.

Γενικά, έχει υποτεθεί πως η στοματική καντιντίαση εμφανίζεται σε αυξημένη συχνότητα σε ασθενείς με ΣΔ. Έχουν πραγματοποιηθεί αρκετές ερευνητικές μελέτες και έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα πως σε διαβητικούς ασθενείς, δεν έχει βρεθεί συσχέτιση μεταξύ της πρόσφατης χρήσης αντιβιοτικών, το συνολικό ή διαφορικό αριθμό λευκοκυττάρων, τη γλυκόζη του ορού του αίματος, την παρουσία διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας ή τις τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στον ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη. Στον ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη υπάρχει προδιάθεση στη στοματική καντιντίαση και έχει αποδειχθεί πως αυτή η προδιάθεση είναι ανεξάρτητη του ελέγχου της γλυκόζης του αίματος.

Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 δηλ. μη ινσουλινοεξαρτώμενο, ο βαθμός ελέγχου της νόσου, όπως μετρήθηκε από τη γλυκόζη της νηστείας και τη συγκέντρωση της γλυκόζης των ούρων δε σχετίζεται με τη στοματική καντιντίαση. Ωστόσο, μία συγκέντρωση γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης άνω του 12% σχετίζεται σημαντικά με στοματικές μυκητιάσεις, που δείχνει πως η λοίμωξη των μεμβρανών του βλεννογόνου με μύκητες μπορεί να σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με μεγαλύτερο ιστορικό υπεργλυκαιμίας σε διαβητικούς ασθενείς.

Το κάπνισμα και η χρήση οδοντοστοιχιών νυχθημερόν έχει βρεθεί πως αποτελούν σημαντικούς τοπικούς παράγοντες στη χρόνια υπερπλαστική καντιντίαση. Όσον αφορά τις σύγχρονες μελέτες, η ύπαρξη οδοντοστοιχιών και η συγκέντρωση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης αποτελούν ανεξάρτητους προγνωστικούς παράγοντες στον κίνδυνο ανάπτυξης καντιντίασης. Αυτό το εύρημα υποδεικνύει πως οι διαβητικοί είναι περισσότερο ευπαθείς στη λοίμωξη με μύκητες σε περιοχές υγρασίας και σε τραύματα, αλλά απουσία οδοντοστοιχιών, η υψηλή συγκέντρωση γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης αποτελεί το σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου.

 

Συμπεράσματα

 

Ένας διαβητικός μπορεί να μην εμφανίζει αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από μύκητες/άλλες οδοντογενείς λοιμώξεις, εκτός κι αν ο έλεγχος του σακχάρου είναι πλημμελής όπως αποδεικνύεται από τη συγκέντρωση γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης άνω του 12% και συγκεκριμένα, αν ο ασθενής δε διατηρεί καλή στοματική υγιεινή.

 

 

Πηγή: DT Middle East and Africa, Vol. 3, No. 7, ΜάιοςΙούνιος 2017

 

Παρόμοια Άρθρα

Επερχόμενα Events